
Μια σημαντική νίκη θεσμικής επιμονής για τον κλάδο του ελληνικού μαρμάρου καταγράφεται με την ψήφιση του ν. 5299/2026. Το άρθρο 70 του νόμου δίνει πλέον σαφή νομοθετική λύση σ’ ένα χρόνιο ζήτημα των λατομικών επιχειρήσεων, δηλαδή την ενιαία μίσθωση και συνεκμετάλλευση όμορων λατομικών χώρων από τον ίδιο φορέα εκμετάλλευσης. Πρόκειται για ρύθμιση με ουσιαστικό αναπτυξιακό, τεχνικό και περιβαλλοντικό αποτύπωμα, η οποία ενισχύει την ορθολογική αξιοποίηση των κοιτασμάτων, την ασφάλεια της εκμετάλλευσης και τη βιώσιμη λειτουργία των επιχειρήσεων του κλάδου.

Η νέα διάταξη, ενταγμένη στο Κεφάλαιο Δ’ του ν. 5299/2026 υπό τον τίτλο «Θέματα λατομείων – μεταλλείων», θεσπίζει τη δυνατότητα σύναψης ενιαίας σύμβασης μίσθωσης για δύο ή περισσότερους όμορους δημόσιους λατομικούς χώρους με κοινό φορέα εκμετάλλευσης, όταν η συνεκμετάλλευσή τους κρίνεται αναγκαία για την ορθολογική, ασφαλή και βιώσιμη αξιοποίηση των λατομικών ορυκτών, ενώ αντίστοιχη εφαρμογή προβλέπεται και για όμορους δημοτικούς λατομικούς χώρους. Η εξέλιξη αυτή αποτελεί θεσμική επιβεβαίωση μιας σταθερής και τεκμηριωμένης θέσης του ΣΕΜΜ-Θ, ο οποίος έχει αναδείξει επί σειρά ετών την ανάγκη δημιουργίας λειτουργικού πλαισίου για την ενιαία διαχείριση όμορων λατομείων από τον ίδιο εκμεταλλευτή, με στόχο την υπέρβαση διοικητικών δυσλειτουργιών, τεχνικών κατακερματισμών και πρακτικών εμποδίων στην παραγωγική διαδικασία, προτείνοντας τη δυνατότητα νέας ενιαίας μίσθωσης, μετά από αίτηση του φορέα εκμετάλλευσης και έγκριση της αρμόδιας αρχής, για την ενιαία και αποτελεσματική εκμετάλλευση των όμορων λατομικών χώρων.
Η ανάγκη αυτή ήταν ιδιαίτερα έντονη σε περιοχές όπου η παραγωγική πραγματικότητα είχε ήδη ξεπεράσει τον στενό διοικητικό διαχωρισμό των επιμέρους μισθώσεων. Στην πράξη, όμοροι χώροι με κοινό εκμεταλλευτή μπορούσαν να αποτελούν ενιαίο τεχνικό, γεωλογικό και παραγωγικό σύνολο, χωρίς όμως να υπάρχει αντίστοιχη ενιαία νομική και διοικητική αντιμετώπιση. Αυτό δημιουργούσε πρόσθετη γραφειοκρατία, δυσχέρειες στον σχεδιασμό της εκμετάλλευσης, επαναλήψεις σε περιβαλλοντικές και τεχνικές διαδικασίες και αβεβαιότητα ως προς τη μακροπρόθεσμη αξιοποίηση του κοιτάσματος. Με το άρθρο 70 του ν. 5299/2026, η Πολιτεία αναγνωρίζει πλέον ότι η συνεκμετάλλευση όμορων χώρων δεν είναι απλώς διευκόλυνση των επιχειρήσεων, αλλά όρος ορθολογικής λειτουργίας! Η ενιαία μίσθωση επιτρέπει ν’ αντιμετωπίζεται ο λατομικός χώρος ως πραγματικό ενιαίο παραγωγικό σύνολο, εκεί όπου αυτό επιβάλλεται από τα τεχνικά, περιβαλλοντικά και οικονομικά δεδομένα. Η αίτηση υποβάλλεται στην αρμόδια κατά τόπο Αποκεντρωμένη Διοίκηση, συνοδευόμενη από τα προβλεπόμενα δικαιολογητικά για τον ενιαίο λατομικό χώρο, ενώ οι όροι των επιμέρους συμβάσεων εξακολουθούν να ισχύουν, εκτός εάν αντίκεινται στην εκμετάλλευση του ενιαίου χώρου.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και το γεγονός ότι, για τη νέα ενιαία μίσθωση, προβλέπεται συγκεκριμένος τρόπος υπολογισμού της διάρκειας, με βάση τις εκτάσεις των συνενουμένων χώρων και το χρόνο που απομένει έως τη συμπλήρωση της εβδομηκονταετίας κάθε χώρου. Η διάταξη δεν αφήνει το ζήτημα αόριστο, αλλά εισάγει μετρήσιμο κανόνα, ώστε να διασφαλίζεται αφενός η λειτουργικότητα της ενιαίας εκμετάλλευσης και αφετέρου η μη καταστρατήγηση της λατομικής νομοθεσίας. Παράλληλα ρυθμίζονται το πάγιο και το αναλογικό μίσθωμα, ενώ από την ημερομηνία σύναψης της ενιαίας συμβολαιογραφικής πράξης καταργούνται αυτοδικαίως οι επιμέρους συμβάσεις μίσθωσης.
Ακριβώς σ’ αυτήν την κατεύθυνση κινήθηκε και η πάγια πρόταση του ΣΕΜΜ-Θ, με βασικούς άξονες την ενιαία μίσθωση, την ενιαία εκμετάλλευση, την ενιαία περιβαλλοντική και τεχνική αντιμετώπιση, καθώς και την υποβολή των προβλεπομένων δικαιολογητικών και διατυπώσεων ως ένας ενιαίος λατομικός χώρος, μεταξύ άλλων για μισθώματα και δελτία δραστηριότητας. Το πρακτικό όφελος για τις επιχειρήσεις είναι άμεσο και ουσιώδες, καθώς η νέα ρύθμιση επιτρέπει καλύτερο σχεδιασμό της παραγωγής, ασφαλέστερη οργάνωση των μετώπων εκμετάλλευσης, πιο ορθολογική διαχείριση των αποθεμάτων, περιορισμό αλληλοεπικαλυπτομένων διαδικασιών και μεγαλύτερη προβλεψιμότητα για επενδύσεις σε μηχανολογικό εξοπλισμό, υποδομές, ανθρώπινο δυναμικό και περιβαλλοντική αποκατάσταση. Παράλληλα η ενιαία αντιμετώπιση των όμορων χώρων μπορεί να συμβάλει σε πιο συγκροτημένη περιβαλλοντική διαχείριση, καθώς, όταν ο χώρος λειτουργεί ως ενιαίο τεχνικό και παραγωγικό σύνολο, καθίσταται ευκολότερος ο συνολικός σχεδιασμός των προσβάσεων, της ασφάλειας, της απόθεσης υλικών, της αποκατάστασης, της παρακολούθησης των επιπτώσεων και της τελικής διαμόρφωσης του χώρου μετά την ολοκλήρωση της εκμετάλλευσης.
Η θεσμοθέτηση της ενιαίας μίσθωσης για όμορους λατομικούς χώρους αποτελεί, επομένως, όχι μόνο επιχειρηματική διευκόλυνση αλλά και βήμα διοικητικού εξορθολογισμού. Μειώνει τον κατακερματισμό, ενισχύει τη σαφήνεια, περιορίζει αχρείαστες επιβαρύνσεις και φέρνει το θεσμικό πλαίσιο πιο κοντά στην πραγματική λειτουργία της εξορυκτικής δραστηριότητας.
Για το ΣΕΜΜ-Θ η εξέλιξη αυτή συνιστά θεσμική δικαίωση μιας μακράς και συλλογικής προσπάθειας, η οποία υπηρετήθηκε με συνέπεια μέσα από τη συνέχεια των διοικήσεών του. Τουλάχιστον από την έναρξη εφαρμογής του ν. 4512/2018, προηγούμενοι και σημερινοί Πρόεδροι, Διοικητικά Συμβούλια, τεχνικοί και νομικοί σύμβουλοι, μέλη και επιχειρήσεις του κλάδου συνέβαλαν, ο καθένας από τη θέση του, στην ανάδειξη των δυσλειτουργιών του πλαισίου, στην επεξεργασία τεκμηριωμένων προτάσεων και στις παρεμβάσεις προς την Πολιτεία για πιο λειτουργικές, σαφείς και εφαρμόσιμες λύσεις. Η επιτυχία αυτή ανήκει στη θεσμική συνέχεια του Συνδέσμου και αποδεικνύει ότι η σταθερή τεκμηρίωση, η ενιαία φωνή και η θεσμική επιμονή μπορούν να οδηγήσουν σε συγκεκριμένα αποτελέσματα, ιδίως όταν ένα ώριμο αίτημα του κλάδου συνδέεται με ουσιαστικές αναπτυξιακές, διοικητικές, τεχνικές και περιβαλλοντικές ανάγκες.
Ο ΣΕΜΜ-Θ, ως ιστορικός φορέας του ελληνικού μαρμάρου, ιδρυμένος το 1972 και με διαχρονική αποστολή την προώθηση της ανάπτυξης, της ανταγωνιστικότητας και της βιώσιμης εξέλιξης του κλάδου, θα συνεχίσει να παρεμβαίνει υπεύθυνα στα κρίσιμα ζητήματα της λατομικής νομοθεσίας. Η νέα ρύθμιση για τα όμορα λατομεία αναδεικνύει την αξία της σοβαρής τεκμηρίωσης, του θεσμικού διαλόγου με την Πολιτεία, του διοικητικού εξορθολογισμού, του σεβασμού στο περιβάλλον και της ενίσχυσης της παραγωγικής βάσης της χώρας. Για τον κλάδο του μαρμάρου πρόκειται για ένα σημαντικό βήμα προόδου, ενώ για τον ΣΕΜΜ-Θ αποτελεί επιβεβαίωση του θεσμικού του ρόλου και της ανάγκης ο κλάδος να παραμένει ενωμένος, οργανωμένος και αποτελεσματικά εκπροσωπούμενος.
